βουΐζω

βουΐζω
(αόρ. (ε)βούϊξα) μετ.
1) шуметь; гудеть; выть; реветь; рокотать;

βουΐζει ο άνεμος — ветер завывает;

βουΐζει η θάλασσα — море шумит;

βουΐζει το πλήθος — толп! гудит;

τα μοτέρ βουΐζουν — моторы ревут;

2) гудеть, звенеть, жужжать;

βουΐζουν τ' αυτιά μου — в ушах звенит, гудит;

§ βούιξε το χωριό (ο τόπος κ.λ.π.) вся округа заговорила об этом

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βουΐζω" в других словарях:

  • βουίζω — βουίζω, βούιξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βουίζω — 1. φωνάζω, κραυγάζω 2. παράγω βοή («βουίζει ο αέρας, το δάσος, το ποτάμι») 3. αντηχώ, αντιλαλώ («βουίζει η εκκλησία απ τη φωνή του») 4. φρ. «βουίζει το χωριό» για διάδοση δυσφημιστική εις βάρος κάποιου 5. «βουίζουν τ αφτιά μου», «βουίζει το… …   Dictionary of Greek

  • βουίζω — ισα και ιξα 1. παράγω βοή, βγάζω ήχο: Το χειμώνα ο αέρας βουίζει ανάμεσα στα κλαδιά.– Τ’ αυτιά μου βουίζουν. 2. διαλαλώ: Βούιξε ο τόπος (έγινε πολύς λόγος για κάτι και σε μεγάλη έκταση) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιβουίζω — βουίζω κι εγώ, αντηχώ, αντιλαλώ …   Dictionary of Greek

  • βρέμω — (Α) Ι. 1. (για τη θάλασσα ή τον άνεμο) ηχώ με πάταγο, βουίζω 2. αντηχώ 3. (για τα όπλα) παράγω κρότο 4. (για ανθρώπους) βρίσκομαι σε έξαψη, μανιάζω II. ( ομαι) 1. κλαίω, θρηνώ 2. (για μουσικό όργανο) αναδίδω ισχυρό ήχο 3. (για ζώα) βρυχιέμαι.… …   Dictionary of Greek

  • συμπεριβομβώ — έω, Α βομβώ μαζί με άλλους, γύρω γύρω, βουίζω γύρω από κάτι μαζί με άλλους («περιβομβεῑ καὶ συμπεριβομβεῑ ἑκούσιον τὸ σμῆνος», Θεμίστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + περιβομβῶ «βουΐζω ολόγυρα»] …   Dictionary of Greek

  • υποσμαραγώ — έω, Α (ποιητ. τ.) ηχώ, βουίζω αποκάτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + σμαραγῶ «κάνω θόρυβο, ηχώ, βουίζω»] …   Dictionary of Greek

  • ύραξ — ο / ὕραξ, ακος, ΝΜΑ μικρόσωμο οπληφόρο τρωκτικόμορφο θηλαστικό, μέλος, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, τής τάξης υρακοειδή. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. λ., η οποία εμφανίζει επίθημα αξ, όπως και άλλες ονομ. ζώων (πρβλ. ἀσπάλ αξ,… …   Dictionary of Greek

  • βοώ — (Ι) ( άω) (AM βοῶ, άω) 1. κραυγάζω, φωνάζω 2. (για πράγμα) σχεδόν βγάζω φωνή, είμαι ολοφάνερος 3. φρ. «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» για συμβουλές που δεν λαμβάνονται καθόλου υπ όψιν νεοελλ. φρ. «ἐν τῇ παλάμη καὶ οὕτω βοήσομεν» αν δεν καταβληθεί… …   Dictionary of Greek

  • αντιβογγώ — βογγώ ή βουίζω κι εγώ, αντηχώ, αντιλαλώ …   Dictionary of Greek

  • βοΐζω — και βουίζω 1. παράγω βοή, βγάζω θορυβώδη ήχο 2. βγάζω φωνή, κραυγάζω 3. φρ. «βούιξε ο ντουνιάς», «...το χωριό» κ.λπ. έγινε συζήτηση με δυσμενή σχόλια για κάποιον ή κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. βοώ, αναλογικά κατά τα αρχ. σε ίζω από τον αόρ. σε ησα,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»